Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008



Συλογγιέμαι κάθε βράδυ σχεδον το ιδιο πράγμα
εγω κι αυτη σε μια παραλια
μια ουτοπια και βυθίζομαι σ΄αυτη
καθαρίζω τη ψυχή μου μεσ΄τα όνειρά μου
μεσα στον υπνο το βαθύ
σαν πηγάδι που δε λεει να τελιώσει η κάθοδος
μια ανακούφιση και μπαμ σπάει το στήθος μου
μεσα στις συσπάσεις αποκτάω συνείδηση του εαυτού μου
ενα βιβλίο του Κούντερα ακόμα σφηνωμένο στα χέρια μου
το λαμπατερ ανοικτό
πάντα ανοικτό τον τελευταίο καιρό
το ράδιο στα μεσσαία παίζει μια εύθυμη μελωδία
σκέφτομαι και πρσγειώνομαι
προσπαθώ να ξαναβυθιστώ στα ζωοφόρα μαξιλάρια μου
είναι αδύνατον εχω πλέον απομακρυνθεί
την βλέπω να χάνεται σαν οπτασία
το νησακι που ψάχνω χάνεται αιφνής και
μαζί μαυτο και η απουσία μου γίνεται ουσιώδης
ειμαι μόνος και έρημος,
ξοφλημένος
κοιτάω απ'το παράθυρο τους λιποτάκτες να γυρίζουν
τρελλά ξενυχτια δε μαρέσουν λεει μια γλυκιά φωνη
είναι αυτή μαζί με τον ευεργέτη μου
τον αντικαταστάτη μου
μου πήρε τη θέση
χωρίς καν να με ρωτήσει
καλά πότε τελειώνει αυτό το τρελλό όνειρο
αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν ακούω
σιγομουρμουρίζω και καταλαβαίνω πως είμαι ακόμη μόνος
για άλλη μια φορά
ολοκληρωτικά μόνος
ειχε δίκιο τελικά
είμαι δειλός
ειλικρινά ανειλικρινής
παρακμάζων κωμικός
λιποτάκτης της ζωής